Δίκτυο Ευρυδίκη  
   

Το Δίκτυο "ΕΥΡΥΔΙΚΗ" είναι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφόρησης για την Eκπαίδευση. Αποστολή του Δικτύου είναι η μελέτη και παρακολούθηση των εκπαιδευτικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συλλογή και ηλεκτρονική διαχείριση των πληροφοριών και η διάδοση των αποτελεσμάτων. Εκπονεί συγκριτικές μελέτες για τα εκπαιδευτικά συστήματα και για θέματα κοινού ενδιαφέροντος σε κοινοτικό επίπεδο, αναπτύσσει χρήσιμους δείκτες για τους αρμόδιους για θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής και διαχειρίζεται μια μεγάλη βάση δεδομένων για τα εκπαιδευτικά συστήματα.
 

 

Αριθμοί – κλειδιά για την εκπαίδευση

Συνοπτική παρουσίαση

Έχοντας ως γνώμονα τη στρατηγική της Λισσαβόνας σύμφωνα με την οποία, η εκπαίδευση χρειάζεται να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ευρώπης, τα Κράτη-Μέλη προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης προκειμένου να επιτύχουν τον συγκεκριμένο στόχο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μελέτη των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων καθίσταται επιβεβλημένη, καθώς φέρνει στο φως αφ’ ενός μεν τις καλές πρακτικές που θα πρέπει να υιοθετηθούν αφετέρου δε τις αδυναμίες που θα πρέπει να εξαλειφθούv.

Για την πληρέστερη ενημέρωση των Κρατών-Μελών σχετικά με την εκπαίδευση, το δίκτυο Ευρυδίκη πραγματοποίησε σχετική μελέτη που καλύπτει όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και παρουσιάζει τις κυριότερες  παραμέτρους της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Τα σημαντικότερα θέματα με τα οποία ασχολείται η εν λόγω μελέτη είναι τα παρακάτω.

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΒΑΘΜΙΔΩΝ

Προσχολική Αγωγή

  • Στις περισσότερες χώρες, η Προσχολική Αγωγή ξεκινάει από την ηλικία των 3 - 4 ετών ή και νωρίτερα. Δεν εμπίπτει υποχρεωτικά στις αρμοδιότητες του εκάστοτε Υπουργείου Παιδείας ενώ το εκπαιδευτικό προσωπικό διαθέτει τον ίδιο βαθμό προσόντων με εκείνον των διδασκόντων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.

  • Αν και η Προσχολική Αγωγή είναι προαιρετική, οι περισσότερες χώρες καθορίζουν μια σειρά από ικανότητες που πρέπει να αποκτηθούν πριν την έναρξη της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Επίσης οριοθετούνται και οι γενικοί στόχοι για την Προσχολική Αγωγή, που σε γενικές γραμμές ταυτίζονται στα Κράτη – Μέλη και αποδίδονται με όρους όπως ανάπτυξη, αυτονομία, υπευθυνότητα, αυτοπεποίθηση, ενδιαφέρον για μάθηση κ.τ.λ.

Πρωτοβάθμια εκπαίδευση

  • H Πρωτοβάθμια ή στοιχειώδης εκπαίδευση που στις περισσότερες χώρες συμπίπτει με την έναρξη της υποχρεωτικής, αρχίζει στην ηλικία των 5 ή 6 ετών. Η ηλικία φαίνεται να είναι το σπουδαιότερο κριτήριο εισόδου στη στοιχειώδη εκπαίδευση αν και στην πράξη, στις περισσότερες χώρες, ο μαθητής μπορεί να ξεκινήσει τη στοιχειώδη εκπαίδευση πριν φτάσει το προβλεπόμενο όριο ηλικίας.  Σ’ αυτήν την περίπτωση, εκτός από την ηλικία, λαμβάνεται υπ’ όψιν η ωριμότητα που όμως, γενικά, συνιστά κριτήριο ήσσονος σημασίας.

  • Η προαγωγή στην επόμενη τάξη είναι αυτόματη μολονότι σε μερικές χώρες, ο μαθητής επαναλαμβάνει την τάξη σε περίπτωση που οι γνώσεις του κριθούν ανεπαρκείς.

 Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

  • Η μετάβαση από την Πρωτοβάθμια στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνεται είτε αυτόματα είτε με την πλήρωση άλλων προϋποθέσεων όπως το απολυτήριο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης,  η κατάλληλη ηλικία ή η απόφαση Σχολικού Συμβουλίου.

  • Η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιλαμβάνει δύο επίπεδα: την υποχρεωτική(lower secondary education) και τη μη υποχρεωτική(upper secondary education). Η πρώτη συναποτελεί με την Πρωτοβάθμια την υποχρεωτική εκπαίδευση(compulsory education) που σε μερικές χώρες δεν διακρίνεται σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια υποχρεωτική αλλά παρουσιάζει ενιαία δομή single structure).  Σε κάθε περίπτωση διαρκεί εννιά ή δέκα χρόνια – ενίοτε και λίγο παραπάνω – ενώ καλύπτει έως και το 15ο ή 16ο έτος της ηλικίας.   

  • Το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης συμπίπτει συχνά με την έναρξη της Δευτεροβάθμιας μη υποχρεωτικής και πιστοποιείται με την απόκτηση απολυτηρίου κατόπιν αξιολόγησης των μαθητών με εξετάσεις ή / και με βάση τις επιδόσεις τους κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς.

  • Οι μισοί από τους αποφοίτους της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, στρέφονται προς την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ενώ αυτοί που θα συνεχίσουν στη Δευτεροβάθμια μη υποχρεωτική, καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο γενικές κατηγορίες: την κατεύθυνση γενικής εκπαίδευσης που προετοιμάζει τους μαθητές για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση και την τεχνική-επαγγελματική κατεύθυνση που τους προετοιμάζει κυρίως για την αγορά εργασίας ενώ παράλληλα δεν τους στερεί τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Μεταξύ των δύο κατευθύνσεων, οι περισσότεροι μαθητές προτιμούν την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση έναντι της γενικής. Σε κάθε περίπτωση, η ολοκλήρωση της μη υποχρεωτικής Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πιστοποιείται με την απόκτηση απολυτηρίου βάσει της επίδοσης του μαθητή κατά το(τα) τελευταίο(α) έτος(η) αλλά και / ή κατά τις εξετάσεις (γραπτές και / ή προφορικές) που διεξάγονται είτε εντός σχολικού πλαισίου είτε εκτός, με την ευθύνη εξωσχολικού οργάνου που έχει συσταθεί για το σκοπό αυτό.

  • Πολλές χώρες παρέχουν ένα είδος μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που δεν εντάσσεται στα πλαίσια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Διαρκεί  από 6 μήνες έως 2 χρόνια, δίνει πρόσβαση στην αγορά εργασίας και στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά όπως φαίνεται δεν συγκεντρώνει την προτίμηση των αποφοίτων της Δευτεροβάθμιας.

 Τριτοβάθμια εκπαίδευση

  • Με σκοπό την αποφυγή δημιουργίας ανέργων αλλά και την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού όσο και όπου χρειάζεται, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο της αύξησης του φοιτητικού πληθυσμού, έτσι, ώστε ο αριθμός των αποφοιτούντων από τον εκάστοτε επιστημονικό κλάδο να  είναι ανάλογος με τις αντίστοιχες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, οι διαδικασίες επιλογής  για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια ή ακόμη και ο περιορισμός του αριθμού των εισακτέων κρίνονται επιβεβλημένα. Ωστόσο, όσον αφορά στον αριθμό των εισακτέων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση καθώς και στον τρόπο εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, τα πράγματα διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χώρα, τον επιστημονικό κλάδο ή / και το Πανεπιστήμιο. Σε κάθε περίπτωση, για την εισαγωγή ενός υποψηφίου στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, το απολυτήριο της Δευτεροβάθμιας μη υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή ένας ισότιμος τίτλος αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση όχι όμως και τη μοναδική. 

  • Στο πλαίσιο δημιουργίας Ενιαίου Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, με βάση την επιταγή της Διακήρυξης της Μπολόνια, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις υιοθετώντας δύο κύριους κύκλους σπουδών. Ο πρώτος κύκλος περιλαμβάνει: α) θεωρητικά προγράμματα ακαδημαϊκού χαρακτήρα, διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών που οδηγούν στο πτυχίο(bachelor), ακολουθούνται συχνά από μεταπτυχιακό(master) και έχουν πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο, β) προγράμματα ειδίκευσης μικρότερης συνήθως διάρκειας που οδηγούν σε επαγγελματικό πτυχίο, συνδέονται με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας αλλά δεν έχουν πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο. Ο δεύτερος κύκλος περιλαμβάνει προγράμματα εκπαίδευσης ανωτάτου επιπέδου που βασίζονται στην έρευνα και οδηγούν σε διδακτορικό τίτλο.   

ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

  • Αν και οι Ευρωπαίοι γονείς έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στη  δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση(επιδοτούμενη ή μη), η πλειονότητα των Ευρωπαίων μαθητών φοιτά σε δημόσια σχολεία. Πρωταρχικό κριτήριο για την κατανομή και την επιλογή των μαθητών στα δημόσια σχολεία φαίνεται να είναι ο τόπος κατοικίας τους, ενίοτε όμως και οι επιδόσεις του μαθητή.

  • Η δυνατότητα εγγραφής στα σχολεία της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης  κυμαίνεται από 200 έως 400 μαθητές ανά σχολείο ενώ της Δευτεροβάθμιας, από 300 έως 1500.  ‘Οσον αφορά στον αριθμό των παιδιών ανά τμήμα, στην Πρωτοβάθμια ορίζεται στους 25 με 30 μαθητές ενώ στη Δευτεροβάθμια στους 29 με 35.

  • Τα σχολεία τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο και της Δευτεροβάθμιας είναι μικτά και δέχονται περίπου ίσο αριθμό αγοριών και κοριτσιών. Πολλά σχολεία της Πρωτοβάθμιας παρέχουν επίσης υπηρεσίες απασχόλησης των μαθητών εκτός σχολικού ωραρίου.

  • Τα αναλυτικά προγράμματα της στοιχειώδους εκπαίδευσης περιλαμβάνουν τα ίδια μαθήματα σε όλες σχεδόν τις χώρες. Εξαίρεση αποτελούν οι ξένες γλώσσες, τα Θρησκευτικά και οι Νέες Τεχνολογίες, που αν και υποχρεωτικά παντού, διαφέρουν ως προς το χρόνο διδασκαλίας τους και τη σπουδαιότητα που λαμβάνουν στο εκάστοτε εκπαιδευτικό σύστημα.  Στις πρώτες τάξεις της στοιχειώδους εκπαίδευσης, το σύνολο των μαθημάτων ανά τάξη, πλην των ειδικών (ξένες γλώσσες, Φυσική Αγωγή, Μουσική ή Θρησκευτικά) διδάσκεται από ένα δάσκαλο. Αντίθετα στο τέλος της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε πολλές χώρες, τα μαθήματα κατανέμονται και ανατίθενται σε ομάδα διδασκόντων, έτσι  ώστε οι μαθητές να εξοικειώνονται με το σύστημα διδασκαλίας που ισχύει στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

  • Το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού χρόνου διδασκαλίας στη Πρωτοβάθμια εκπαίδευση αφιερώνεται στην επίσημα διδασκόμενη γλώσσα, η εκμάθηση της οποίας δεν περιορίζεται μόνο στις δραστηριότητες στην τάξη αλλά συμπληρώνεται και με εργασία στο σπίτι. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξοικείωση του μαθητή με το εξωσχολικό βιβλίο, αφού για τη διδασκαλία της ανάγνωσης χρησιμοποιούνται εκτός από τα σχολικά εγχειρίδια, κείμενα από την παιδική λογοτεχνία, σχολικές βιβλιοθήκες αλλά και προγράμματα λογισμικού. Εκτός από τη Γλώσσα, βαρύνουσα σημασία, στο σχολικό πρόγραμμα, έχουν και τα Μαθηματικά ενώ ο χρόνος που αφιερώνεται στις καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες είναι περισσότερος από εκείνον που προβλέπεται για τις θετικές ή τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

  • Στη Δευτεροβάθμια υποχρεωτική εκπαίδευση, η κατανομή του χρόνου διδασκαλίας των υποχρεωτικών μαθημάτων είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της Πρωτοβάθμιας. Έτσι, ο χρόνος διδασκαλίας που αφιερώνεται στη Γλώσσα καθώς και στα Μαθηματικά μειώνεται, ενώ αντίθετα αυξάνεται ο χρόνος διδασκαλίας των θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και των ξένων γλωσσών, των οποίων η διδασκαλία είναι υποχρεωτική σ’ όλες τις χώρες, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.  

  • Όσον αφορά στους μετανάστες μαθητές που σε μερικές χώρες, το ποσοστό τους ξεπερνά το 15% του μαθητικού πληθυσμού, η ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον διέπεται από τρεις τάσεις. Η πρώτη, που εφαρμόζεται από την πλειονότητα των χωρών, αποβλέπει στο να δώσει στους μετανάστες μαθητές εκπαίδευση προσανατολισμένη στις γλωσσικές τους κυρίως ανάγκες, εντάσσοντάς τους προοδευτικά στο εκπαιδευτικό σύστημα. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι εν λόγω μαθητές εντάσσονται σε μια «τάξη υποδοχής» ή μια «μεταβατική τάξη» για συγκεκριμένη χρονική περίοδο διάρκειας μερικών εβδομάδων ή και μηνών και που σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνά το σχολικό έτος. Σύμφωνα με τη δεύτερη τάση, ο μαθητής εντάσσεται συνήθως σε τάξη κατώτερη της ηλικίας του κατά ένα έτος, έτσι, ώστε να του δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος να βελτιώσει τις γνώσεις του στην επίσημα διδασκόμενη γλώσσα ενώ η τρίτη παρέχει στους μαθητές, σε προσωπικό ή ομαδικό επίπεδο, ενισχυτική διδασκαλία στη γλώσσα, κατά τη διάρκεια των γλωσσικών μαθημάτων αλλά εκτός τάξης.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

  • Παρόλο που ο αποκεντρωμένος ή μη χαρακτήρας του εκάστοτε εκπαιδευτικού συστήματος προσδιορίζει τον βαθμό αυτονομίας των σχολείων,  ακόμη και στα πλέον αποκεντρωμένα εκπαιδευτικά συστήματα φαίνεται, ότι τα σχολεία δεν είναι πλήρως αυτόνομα όσον αφορά το σύνολο των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.

  • Τα σχολεία έχουν πλήρη αυτονομία αναφορικά με την οργάνωση του ωρολογίου προγράμματος, τη δημιουργία τμημάτων, τον προγραμματισμό επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών ή την εύρεση και διαχείριση ιδιωτικών κεφαλαίων. ‘Οσον αφορά στην εκπαιδευτική διαδικασία δηλαδή τα αναλυτικά προγράμματα, την επιλογή μεθόδων διδασκαλίας και σχολικών εγχειριδίων, τα σχολεία φαίνεται  να έχουν περιορισμένη αυτονομία αλλά με μεγάλες αποκλίσεις στις διάφορες χώρες. Ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις παρατηρούνται όταν πρόκειται για θέματα όπως ο διορισμός, η αντικατάσταση ή η παύση διευθυντή και εκπαιδευτικών.

  • Η αυτονομία των διευθυντών περιορίζεται στον καθορισμό των κριτηρίων εγγραφής των μαθητών, των κανόνων πειθαρχίας και αξιολόγησής τους σε συνεργασία με τους διδάσκοντες και ενίοτε στην επιλογή των σχολικών εγχειριδίων. Αντίθετα στα ιδιωτικά σχολεία επιδοτούμενα ή μη, οι αρμοδιότητες των διευθυντών επεκτείνονται και σε άλλους τομείς όπως η πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού.

  • Ο διορισμός των εκπαιδευτικών και το ύψος των συνολικών δαπανών για την παιδεία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της κεντρικής διοίκησης όταν πρόκειται για συγκεντρωτικά εκπαιδευτικά συστήματα ή στην περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση όταν πρόκειται για λιγότερο ή πλήρως αποκεντρωμένα συστήματα. Ωστόσο ο καθορισμός των αμοιβών του εκπαιδευτικού προσωπικού προσδιορίζεται στις περισσότερες χώρες από την κεντρική διοίκηση ενώ οι αποφάσεις για τα λειτουργικά έξοδα ή την αγορά ακινήτων για ανέγερση σχολείων λαμβάνονται από κοινού με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

 Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  • Η ποιοτική αξιολόγηση στην εκπαίδευση μπορεί να εφαρμοστεί σε πολλά επίπεδα. Εκτός από το εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολό του, η αξιολόγηση ανάλογα με τη χώρα, ενδέχεται να αφορά στα σχολεία, στους εκπαιδευτικούς ή στις τοπικές αρχές.

  • Στις περισσότερες χώρες, αντικείμενο αξιολόγησης αποτελούν τα σχολεία. Σε αυτήν την περίπτωση, η αξιολόγηση διενεργείται από εξωσχολικό όργανο, όπως σώμα επιθεωρητών ή αξιολογητών (external evaluation) ενίοτε και από το ίδιο το εκπαιδευτικό προσωπικό (internal evaluation). Όσον αφορά στην «εξωτερική» αξιολόγηση, οι μισές περίπου χώρες έχουν υιοθετήσει κατάλογο εθνικών κριτηρίων τα οποία πολλές φορές χρησιμεύουν και για την εντός σχολικού πλαισίου αξιολόγηση. Αλλά και αντίστροφα, τα αποτελέσματα της εντός σχολικού πλαισίου αξιολόγησης χρησιμεύουν και στη διαδικασία της έξωθεν αξιολόγησης. Λόγω αυτής της συνάφειας, ενίοτε και αλληλεπίδρασης, η συνύπαρξη και των δύο τύπων (external και internal) αξιολόγησης είναι σήμερα πολύ διαδεδομένη στην Ευρώπη. Στις  χώρες όπου εφαρμόζεται η αξιολόγηση των σχολείων, οι εκπαιδευτικοί δεν αξιολογούνται σε ατομική βάση παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

  • Σε άλλες χώρες, η αξιολόγηση των σχολείων εφαρμόζεται σε περιορισμένη έκταση, ενώ δίνεται έμφαση κυρίως στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Σε αυτή την περίπτωση αξιολογείται ο κάθε διδάσκων ξεχωριστά για το εκπαιδευτικό του έργο από τον διευθυντή του σχολείου από επιθεωρητές ή από τους Σχολικούς Συμβούλους.

  • Η αξιολόγηση των τοπικών αρχών πραγματοποιείται στις χώρες όπου τα σχολεία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα αυτών των αρχών(αποκεντρωμένα εκπαιδευτικά συστήματα). Σε αυτήν την περίπτωση, η ανώτατη εκπαιδευτική αρχή ή μια εθνική επιτροπή ειδική σε θέματα παιδείας αξιολογεί το έργο της παρεχόμενης εκπαίδευσης από τις εν λόγω αρχές.

  • Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του, προϋποθέτει την ύπαρξη ρητών κανόνων και στόχων, έχει σκοπό να εκτιμήσει την ποιότητά του και να προχωρήσει στις απαιτούμενες αλλαγές που θα επιτρέψουν την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του. Πραγματοποιείται σε σχολικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο ανάλογα με το  βαθμό αποκέντρωσης του εκάστοτε εκπαιδευτικού συστήματος. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την εν λόγω αξιολόγηση διαφοροποιούνται ανά χώρα. Τα συνηθέστερα είναι στοιχεία που προκύπτουν από τα αποτελέσματα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, από την αξιολόγηση των σχολείων ή ακόμη και τεστ σχεδιασμένα ειδικά για το σκοπό αυτό.

 Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  • Όλες οι χώρες επενδύουν ένα σημαντικό μέρος του εθνικού τους πλούτου στην εκπαίδευση. Οι μισές χώρες διαθέτουν το 5% με 6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος για την δημόσια παιδεία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούνται αξιοσημείωτες διαφορές στο σύνολο των 25. Η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση  απορροφά το μεγαλύτερο ποσοστό ενώ το ετήσιο κόστος μαθητή /σπουδαστή αυξάνεται με την εκπαιδευτική βαθμίδα.  

  • Οι αμοιβές του εκπαιδευτικού προσωπικού που μαζί με τα λειτουργικά έξοδα αποτελούν τις πάγιες δαπάνες των δημοσίων σχολείων –υπάρχουν και οι έκτακτες- απορροφούν σε όλες τις χώρες, το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού για την παιδεία.

  • Η εκπαίδευση στο σύνολό της χρηματοδοτείται τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς πόρους. Ωστόσο οι συνολικές δαπάνες των δημόσιων  και ενίοτε των ιδιωτικών επιδοτούμενων σχολείων καλύπτονται στο μεγαλύτερο μέρος τους από τους πόρους του δημοσίου τομέα. Αντίθετα οι ιδιωτικοί πόροι που συνίστανται κυρίως στην καταβολή διδάκτρων και προκύπτουν από τον οικογενειακό προϋπολογισμό, τις εταιρείες ή τους οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καλύπτουν μόλις το 20% των  εκπαιδευτικών δαπανών.      

  • Στην πλειονότητα των χωρών, οι φοιτητές συμβάλλουν οικονομικά στην Τριτοβάθμια δημόσια εκπαίδευση με την καταβολή  οικονομικής εισφοράς ή / και διδάκτρων, των οποίων το ύψος ποικίλλει ανά χώρα και Πανεπιστήμιο, ενώ παρέχονται μειώσεις ή απαλλαγές σε φοιτητές που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

  • Το 5% των δημοσίων δαπανών για την παιδεία απορροφάται από το σύστημα οικονομικής αρωγής και περιλαμβάνει οικογενειακά επιδόματα,  φορολογικές ελαφρύνσεις και υποτροφίες ή δάνεια σπουδών. Αν και το εν λόγω σύστημα καλύπτει και τις τρεις βαθμίδες, η τριτοβάθμια εκπαίδευση φαίνεται ότι απορροφά το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δαπάνης αφού οι υποτροφίες σπουδών που συνίστανται κυρίως σε χρηματικό ποσό για την κάλυψη διδάκτρων ή βιοτικών αναγκών, χορηγούνται μάλλον σε φοιτητές παρά σε μαθητές υποχρεωτικής εκπαίδευσης. 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ

  • Οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί καταρτίζονται στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση και στις περισσότερες χώρες και λαμβάνουν εκτός από γενική-θεωρητική και επαγγελματική εκπαίδευση. Η πρώτη περιλαμβάνει μαθήματα γενικού περιεχομένου που αφορούν στο(α) γνωστικό(α) αντικείμενο(α) που πρόκειται να διδάξουν. Αντίθετα η επαγγελματική εκπαίδευση που είτε ακολουθεί χρονικά τη γενική είτε πραγματοποιείται ταυτόχρονα με αυτήν, περιλαμβάνει με τη σειρά της, εκτός από θεωρητικά μαθήματα που σχετίζονται με τη φύση της δουλειάς του εκπαιδευτικού όπως μεθοδολογία και ψυχολογία, και πρακτική άσκηση που πραγματοποιείται σε σχολικό περιβάλλον.  

  • Οι εκπαιδευτικοί εργάζονται είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι εκ των οποίων ένας μικρός αριθμός – σε λίγες μόνο χώρες -είναι μόνιμοι είτε ως συμβασιούχοι όποτε και υπόκεινται στην εκάστοτε εργατική νομοθεσία. Σε μερικές χώρες, συνυπάρχουν και οι δύο τύποι.  Ο τρόπος πρόσληψής τους διαφέρει από χώρα σε χώρα ενώ ο μισθός τους εξαρτάται μάλλον από τα έτη υπηρεσίας τους παρά από την εκπαιδευτική βαθμίδα στην οποία διδάσκουν.  Ο διευθυντής του σχολείου λαμβάνει μισθό υψηλότερο από εκείνον των υπολοίπων διδασκόντων ενώ η επιλογή του, αν και είναι συνάρτηση πολλών κριτηρίων που ποικίλλουν σε αριθμό και ποιότητα ανά χώρα, βασίζεται κυρίως στην εκπαιδευτική αλλά και διοικητική του εμπειρία.   

  • Μολονότι οι διαφορές ανά χώρα είναι μεγάλες, ο χρόνος απασχόλησης των εκπαιδευτικών των δύο πρώτων βαθμίδων δεν περιορίζεται στις ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας –  κυμαίνονται μεταξύ 18 με 20 - αλλά περιλαμβάνει τις ώρες υποχρεωτικής παρουσίας στο σχολείο καθώς και το χρόνο προετοιμασίας των μαθημάτων και των διαφόρων δραστηριοτήτων που πραγματοποιείται εκτός σχολικού ωραρίου και περιβάλλοντος.

  • H συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, στις περισσότερες χώρες έχει ευρεία εφαρμογή και συχνά λειτουργεί ως κίνητρο αφού λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγησή τους.

  • Παράλληλα με τους εκπαιδευτικούς πλήρους απασχόλησης, σε πολλές χώρες έχει καθιερωθεί και ήδη εφαρμόζεται το καθεστώς της εργασίας μειωμένου ωραρίου για τους διδάσκοντες στις δύο πρώτες βαθμίδες. 

  • Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες οι εκπαιδευτικοί αποτελούν το 2% του ενεργού πληθυσμού με τις γυναίκες να πλειοψηφούν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

  • Μολονότι το όριο συνταξιοδότησης και για τα δύο φύλα έχει καθοριστεί στο 65ο έτος στα περισσότερα Κράτη - Μέλη, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να συνταξιοδοτηθούν και πριν από αυτό το όριο ηλικίας αν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη προϋπηρεσία.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΕΠΙΠΕΔΟ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΝΕΡΓΙΑ

  • Οι νέοι Ευρωπαίοι ηλικίας 25-34 ετών διαθέτουν κατά μέσο όρο  περισσότερα προσόντα  - σχεδόν το ένα τέταρτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού φοιτά στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο -  από ό,τι οι προηγούμενες γενιές και μάλιστα αυτό το ποσοστό αυξάνεται από γενιά σε γενιά.  Αυτή η άνοδος είναι περισσότερο αξιοσημείωτη στα νέα Κράτη – Μέλη ενώ είναι λιγότερο αισθητή στις χώρες όπου το μορφωτικό επίπεδο ήταν ήδη σχετικά υψηλό.

  • Αν και το ποσοστό φοίτησης στην Ευρώπη των 25 μειώνεται δραματικά μετά την ηλικία των 15 ετών, πάνω από τα τρία τέταρτα των νέων διαθέτουν σήμερα απολυτήριο Λυκείου ενώ το ένα τρίτο, κυρίως γυναίκες, έχουν πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Οι τομείς της Υγείας και Πρόνοιας, οι Φιλολογίες και οι Παιδαγωγικές Σχολές  συγκεντρώνουν την γυναικεία προτίμηση ενώ οι άντρες φαίνεται να προτιμούν την Πληροφορική, τις θετικές και τεχνολογικές επιστήμες στις οποίες μάλιστα παρατηρείται μεγάλη αύξηση συμμετοχής.

  • Οι νέοι ηλικίας 15-24 ετών που εξέρχονται νωρίς από το εκπαιδευτικό σύστημα πλήττονται περισσότερο από την ανεργία, ενώ οι ευκαιρίες για εύρεση εργασίας αυξάνονται με την ηλικία και το επίπεδο σπουδών. Έτσι το ποσοστό ανεργίας των αποφοίτων της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένει χαμηλό παντού στην Ευρώπη, μολονότι και αυτοί αντιμετωπίζουν προβλήματα, ιδιαίτερα στην αρχή της καριέρας τους με αποτέλεσμα να επιλέγουν θέσεις εργασίας κατώτερες των προσόντων τους. Περισσότερο από τους άντρες, πλήττονται από την ανεργία οι γυναίκες, οι οποίες ανεξάρτητα από επίπεδο προσόντων καταφεύγουν συχνά στην ετεροαπασχόληση ή σε εποχιακές εργασίες.

Για το πλήρες κείμενο του έτους 2005 παρακαλώ πατήστε εδώ ( 17.935kb)

Για το πλήρες κείμενο του έτους 2002 παρακαλώ πατήστε εδώ ( 10.970kb)

Για το πλήρες κείμενο των ετών 1999-2000 παρακαλώ πατήστε εδώ ( 8.440kb)

 

  

ΕπικοινωνίαΠαρατηρήσειςΌροι ΧρήσηςΣτατιστικάΠεριεχόμεναΣτελέχωση