|
Η βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας
της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στην Ευρώπη
απετέλεσε έναν από τους τρεις κύριους στόχους
της διαδικασίας της Λισσαβώνας. Μέσα σε αυτό το
πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε ομάδα
ειδικών προκειμένου να εκπονήσουν δείκτες
αξιολόγησης αναφορικά με την αρχική και τη
συνεχή επαγγελματική κατάρτιση των
εκπαιδευτικών. Η θεμελίωση συστημάτων
αξιολόγησης και πιστοποίησης αρχικής κατάρτισης
και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών οδήγησε σε
μεταρρυθμίσεις ενώ παράλληλα απετέλεσε έναν από
τους κύριους άξονες βελτίωσης της εν λόγω
εκπαίδευσης.
Το
ζήτημα της αξιολόγησης της ποιότητας της
εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, είναι εξάλλου
στενά συνδεδεμένο με το ευρύτερο πλαίσιο της
αξιολόγησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και
επομένως με τη διαδικασία της Μπολόνια.
Στοχεύοντας στην περαιτέρω πληροφόρηση των
αρμοδίων ευρωπαϊκών φορέων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ζήτησε από το δίκτυο «Ευρυδίκη» να εκπονήσει
μελέτη αναφορικά με τις σχετικές διατάξεις για
την αξιολόγηση της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών
στην Ευρώπη. Στην εν λόγω μελέτη αναλύεται η
διαδικασία αξιολόγησης και πιστοποίησης
εκπαιδευτικών προγραμμάτων και πανεπιστημιακών
σχολών, αρχικής κατάρτισης και επιμόρφωσης των
εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης που καλούνται να διδάξουν σε δημόσια
και ιδιωτικά σχολεία, γίνεται μια σφαιρική
επισκόπηση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων
αναφορικά με την εσωτερική και εξωτερική
αξιολόγηση στις διάφορες χώρες ενώ παράλληλα
παρέχονται πληροφορίες για τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά των διαδικασιών αξιολόγησης καθώς
και για τη χρήση των αποτελεσμάτων τους. Τα
κυριότερα σημεία αυτής της μελέτης είναι τα
ακόλουθα:
ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
-
Η αξιολόγηση αποτελεί διττή διαδικασία
(εσωτερική – εξωτερική αξιολόγηση)
συστηματικής και κριτικής ανάλυσης που οδηγεί
στην εξαγωγή πορίσματος και / ή σε
συστάσεις–παραινέσεις προκειμένου το εκάστοτε
Πανεπιστημιακό ΄Ιδρυμα ή πρόγραμμα εκπαίδευσης
που τελεί υπό αξιολόγηση, να βελτιώσει, εφόσον
χρειάζεται, την ποιότητά του. ΄Επεται η
διαδικασία της πιστοποίησης,
κατά την οποία, οι αρμόδιες αρχές αποφαίνονται
αν το εν λόγω ΄Ιδρυμα ή πρόγραμμα καλύπτει τα
πρότυπα ποιότητας που έχουν προκαθορισθεί,
πράγμα που «νομιμοποιεί» την εκπαίδευση που
παρέχει και τα διπλώματα που χορηγεί.
-
Η διαδικασία αξιολόγησης ποικίλλει μεταξύ των
Ευρωπαϊκών χωρών. Στις χώρες όπου δεν
υφίσταται ιδιαίτερο σύστημα αξιολόγησης
αναφορικά με την αρχική κατάρτιση των
εκπαιδευτικών, αυτή αξιολογείται βάσει του
νομοθετικού πλαισίου που αφορά στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση στο σύνολό της και που
σχετίζεται με τις επιταγές της διαδικασίας της
Μπολόνια. Αντίθετα, στις χώρες όπου υφίσταται
σχετική νομοθεσία, η εξωτερική αξιολόγηση
βασίζεται στα αποτελέσματα της εσωτερικής
αξιολόγησης.
-
Στην πλειονότητα των χωρών, η εξωτερική
αξιολόγηση
πραγματοποιείται από ανεξάρτητο φορέα ή
επιτροπή, στην οποία μετέχουν ως αξιολογητές,
καθηγητές ομόλογοι αυτών που διδάσκουν στο υπό
αξιολόγηση ΄Ιδρυμα και/ή εμπειρογνώμονες σε
ζητήματα αξιολόγησης. Η εξωτερική αξιολόγηση
διενεργείται με επιτόπια επίσκεψη στο εκάστοτε
Πανεπιστημιακό ΄Ιδρυμα και περιλαμβάνει
συνεντεύξεις με τη Διεύθυνση, το ακαδημαϊκό
και διοικητικό προσωπικό, τους σπουδαστές
καθώς και επιθεώρηση παραδόσεων των
διδασκόντων ενώ στο τελικό πόρισμα
συνυπολογίζονται συχνά και οι επιδόσεις των
φοιτητών. Η διαδικασία της εξωτερικής
αξιολόγησης, στην πλειονότητα των χωρών,
λαμβάνει χώρα σε τακτά χρονικά διαστήματα ενώ
το χρονικό εύρος ποικίλλει από 1 ως 12
χρόνια.
-
΄Οσον αφορά στην εσωτερική αξιολόγηση, η
ευθύνη συντονισμού της εμπίπτει κατά γενικό
κανόνα στην Διεύθυνση του Ιδρύματος ενώ η
σύσταση επιτροπής αξιολόγησης όπου εκτός από
τη Διεύθυνση μετέχουν εκπρόσωποι του
διδακτικού προσωπικού και φοιτητές δεν
αποτελεί σπάνιο γεγονός. Στην εν λόγω
επιτροπή, ενδέχεται να μετέχουν και άτομα
εξειδικευμένα στην αξιολόγηση.
H
όλη διαδικασία συνίσταται στη συστηματική
συλλογή δεδομένων αναφορικά με τις υφιστάμενες
δομές και πρακτικές του Ιδρύματος, τα οποία
προκύπτουν από συνεντεύξεις με τους φοιτητές,
τους καθηγητές και άτομα από το προσωπικό και
αποτελούν τα δομικά στοιχεία της τελικής
έκθεσης αξιολόγησης. Η εσωτερική αξιολόγηση
συνήθως διενεργείται σε ετήσια βάση αλλά όπως
συμβαίνει και με την εξωτερική αξιολόγηση, το
χρονικό διάστημα ποικίλλει από 3 ως 10 έτη
ανάλογα με τη χώρα.
-
Μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής αξιολόγησης
υπάρχει μεγάλη
συνάφεια τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και
ως προς τη χρήση. Και οι δύο τύποι
αξιολόγησης ενδέχεται να αφορούν, ανάλογα με
την περίπτωση, στο περιεχόμενο του αναλυτικού
προγράμματος για την κατάρτιση των
εκπαιδευτικών, στις μεθόδους διδασκαλίας, στη
σχέση μεταξύ αρχικής και επαγγελματικής
κατάρτισης, στην αναλογία μεταξύ
φοιτητών/καθηγητών ή ακόμη στην υποδομή του
Ιδρύματος. Εξάλλου, τα πορίσματα του ενός
τύπου αξιολόγησης χρησιμοποιούνται συχνά
προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο άλλος τύπος
αξιολόγησης ή και αντίστροφα ενώ συμβαίνει να
γίνεται και αμοιβαία χρήση πορισμάτων.
-
Τα πορίσματα της εξωτερικής αξιολόγησης
μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως ενώ
ενδέχεται να έχουν άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις
στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα ή τα Εκπαιδευτικά
Προγράμματα. Πρωτίστως χρησιμεύουν για τη
λήψη αποφάσεων όσον αφορά στην πιστοποίηση των
πανεπιστημίων ή των προγραμμάτων, δηλαδή την
επίσημη αναγνώριση ότι το εν λόγω πανεπιστήμιο
ή πρόγραμμα καλύπτει ή όχι τις απαιτούμενες
προϋποθέσεις των προτύπων πιστοποίησης. Σε
περίπτωση που τα αποτελέσματα της αξιολόγησης
δεν κριθούν ικανοποιητικά, εφαρμόζεται ένα
είδος επιτήρησης στο πανεπιστήμιο
σύμφωνα με την οποία, απαιτείται εκ μέρους του
Πανεπιστημίου εκπόνηση σχεδίου βελτίωσης,
εφαρμογή των μέτρων που θα οδηγήσουν στη
βελτίωσή του και επαναξιολόγησή του σε εύλογο
χρονικό διάστημα. Δευτερευόντως, στις χώρες
όπου υφίστανται οι σχετικές με τη διαδικασία
της πιστοποίησης διατάξεις, τα πορίσματα της
εξωτερικής αξιολόγησης καθορίζουν το
ύψος της χρηματοδότησης στο εκάστοτε
Πανεπιστήμιο ή Πρόγραμμα και ενδεχομένως
οδηγούν σε αναπροσαρμογή της χρηματοδότησης
ανάλογη της ποιότητας που καταγράφηκε κατά την
αξιολόγηση.
-
Τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης
είναι ανακοινώσιμα στο Ακαδημαϊκό προσωπικό,
τους φοιτητές και την κοινή γνώμη.
Η δημοσιοποίηση των εν λόγω αποτελεσμάτων
επιτρέπει τη διαμόρφωση συνοπτικής εικόνας
όσον αφορά στο ζήτημα της κατάρτισης και
επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών ενώ ταυτόχρονα
παραπέμπει σε περαιτέρω προβληματισμό και
ενδεχομένως σε επαναπροσδιορισμό των στόχων
και του περιεχομένου της εν λόγω εκπαίδευσης
καθώς και των προσόντων και των ικανοτήτων που
καλούνται να διαθέτουν οι διδάσκοντες, μετά το
πέρας της εκπαίδευσής τους.
ΣΥΝΕΧΗΣ
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ
-
Το ζήτημα ελέγχου της ποιότητας επιμόρφωσης
των εκπαιδευτικών αποτελεί μείζον θέμα
δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί φορείς
επιμόρφωσης αλλά και μεγάλη ευελιξία από
πλευράς σχολείων να επιλέγουν σχετικά
προγράμματα εν πλήρη αυτονομία.
Στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, ως φορείς
επιμόρφωσης στην πλειονότητα των χωρών
επισημάνθηκαν οι ακόλουθοι φορείς:
πανεπιστημιακά ιδρύματα τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης, πανεπιστημιακά ιδρύματα αρχικής
εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, κέντρα
επιμόρφωσης εκπαιδευτικών που εποπτεύονται από
τις δημόσιες αρχές, εκπαιδευτικά συνδικάτα ή
σύλλογοι, κέντρα επιμόρφωσης ιδιωτικού τομέα,
ή άλλοι οργανισμοί. Από την άλλη, η
συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών
αποβλέπει σε διάφορους στόχους και
ανταποκρίνεται σε ποικίλες ανάγκες, που
εκτείνονται από τις καθορισμένες σε εθνικό
επίπεδο εκπαιδευτικές προτεραιότητες μέχρι τις
ιδιαίτερες ανάγκες που προβάλλονται από
Σχολεία ή εκπαιδευτικούς. Σε χώρες μάλιστα
όπου το σύστημα των προγραμμάτων επιμόρφωσης
είναι πλήρως αποκεντρωμένο και η ευθύνη της
επιλογής έγκειται αποκλειστικά στην ευθύνη των
Σχολείων, η παρεχόμενη εκπαίδευση
προσαρμόζεται στις ανάγκες του εν λόγω
σχολείου ή σε εκείνες των εκπαιδευτικών που
εργάζονται σ’ αυτό.
-
Η πλειονότητα των χωρών διαθέτει διατάξεις
σχετικές με την αξιολόγηση και την πιστοποίηση
της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών ενώ
ανάλογες πρακτικές εφαρμόζονται και σε
χώρες όπου δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθεσία.
Στη Γαλλική και Γερμανική κοινότητα του
Βελγίου, την Εσθονία, τη Σουηδία, Ισλανδία και
Νορβηγία οι υφιστάμενες διατάξεις εφαρμόζονται
μόνο όσον αφορά στη διαδικασία της αξιολόγησης
ενώ στην Τσεχία, Γερμανία, Λετονία,
Λουξεμβούργο, Σλοβακία και Φιλανδία οι εν λόγω
διατάξεις αφορούν αποκλειστικά στη διαδικασία
της πιστοποίησης.
-
Η ευθύνη αξιολόγησης και πιστοποίησης του
επιμορφωτικού έργου μπορεί να ανατεθεί από
κοινού σε διαφόρους φορείς, όπως σε
επιτροπές αξιολόγησης, υπηρεσίες που
συστήνονται ειδικά για αυτόν το σκοπό, σε
εξωτερικούς εμπειρογνώμονες αξιολόγησης, ενώ
ενίοτε το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας
αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη. Ωστόσο, στην
πλειονότητα των χωρών, ένας μόνο φορέας είναι
υπεύθυνος για αυτό το έργο.
-
Όπως συμβαίνει και με την αρχική κατάρτιση των
εκπαιδευτικών, το αντικείμενο αξιολόγησης της
επιμόρφωσης μπορεί να αφορά στο περιεχόμενο
του προγράμματος, στις παιδαγωγικές μεθόδους
που χρησιμοποιήθηκαν, τα προσόντα των
επιμορφωτών, την ποιότητα της εκπαίδευσης ή
ακόμη και τις υποδομές του προγράμματος
(παιδαγωγικό υλικό και νέες τεχνολογίες).
Στις μισές περίπου χώρες, δεν υφίστανται
σχετικές διατάξεις αναφορικά με το αντικείμενο
της αξιολόγησης και / ή της πιστοποίησης χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι οι εν λόγω χώρες δεν
προβαίνουν σε αυτές τις διαδικασίες.
-
Ο μηχανισμός πιστοποίησης και εξωτερικής
αξιολόγησης των φορέων επιμόρφωσης
εκπαιδευτικών συμπεριλαμβάνει επιμέρους
διαδικασίες, όπως επιτόπια επίσκεψη, έκθεση
της εσωτερικής αξιολόγησης ή άλλα έγγραφα
αναφοράς.
-
Νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τη συχνότητα
πιστοποίησης και αξιολόγησης υπάρχουν σε λίγες
χώρες ενώ το χρονικό εύρος, στις χώρες όπου
υπάρχει ανάλογη νομοθεσία, εκτείνεται από ένα
ως έξι χρόνια.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
-
Η Γερμανία, η Εσθονία, η Ιταλία, το Ηνωμένο
Βασίλειο (Ουαλία) και η Ρουμανία ολοκλήρωσαν
πρόσφατα ή συμμετέχουν σε μεταρρυθμίσεις για
τον επαναπροσδιορισμό των στόχων και του
περιεχομένου της κατάρτισης των εκπαιδευτικών.
-
Με εξαίρεση το Λουξεμβούργο, όλες οι χώρες που
εξετάζονται στην παρούσα έρευνα υλοποίησαν
επισήμως σύστημα αξιολόγησης της αρχικής
κατάρτισης των εκπαιδευτικών.
-
Δεδομένης της ποικιλίας των φορέων παροχής
ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης και της όλο και
μεγαλύτερης αυτονομίας των σχολείων να
επιλέξουν κάποιον από αυτούς, το ζήτημα του
ελέγχου ποιότητας αποκτά ζωτική σημασία. Όλες
οι χώρες με εξαίρεση τη Γαλλία, την Κύπρο, τη
Λιθουανία, τη Μάλτα, την Αυστρία και το
Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν κανονισμούς σχετικά
με την διαπίστευση ή/και την αξιολόγηση των
φορέων παροχής κατάρτισης εκπαιδευτικών κατά
την εργασία.
-
Το ερώτημα που ενδέχεται να τεθεί είναι κατά
πόσο προγράμματα που αξιολογούνται συχνότερα
είναι όντως «καλύτερα» από εκείνα που
αξιολογούνται λιγότερο συχνά. Οι εξωτερικές
αξιολογήσεις συγκεκριμένα ασκούν μεγάλη πίεση
στους συμμετέχοντες, και πολύ συχνές
αξιολογήσεις δύνανται, επομένως, να οδηγήσουν
σε σημαντική απώλεια χρόνου και ενέργειας.
-
Ο τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιούνται τα
αποτελέσματα της αξιολόγησης έχει ζωτική
σημασία για την «αποδοχή» του ελέγχου
ποιότητας στο πλαίσιο ενός συστήματος.
-
Σε πολλές χώρες την τελευταία δεκαετία, ο
στόχος του ορισμού του «καλού» εκπαιδευτικού
οδήγησε στην ανάπτυξη προδιαγραφών ή προφίλ
προσόντων τα οποία ορίζουν τις επιθυμητές
ικανότητες ή χαρακτηριστικά ενός
εκπαιδευτικού. Τέτοιου είδους έγγραφα
διαδίδονται σε όλο και μεγαλύτερη έκταση και
χρησιμοποιούνται συστηματικά για τις
διαδικασίες αξιολόγησης εκεί όπου υπάρχουν.
-
Για να μετρηθούν οι βελτιώσεις της κατάρτισης
των εκπαιδευτικών, η δημιουργία μέτρων ελέγχου
ποιότητας αποτελεί, αναμφίβολα, ένα σημαντικό
βήμα. Ο τρόπος με τον οποίο τα εν λόγω μέτρα
εφαρμόζονται είναι, ωστόσο εξίσου σημαντικός.
Σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, τα εν λόγω μέτρα
βελτίωσης ποιότητας είναι σχετικά πρόσφατα,
και επομένως η πραγματική αποτελεσματικότητα
και επιπτώσεις τους για τη διατήρηση και τη
βελτίωση της παροχής κατάρτισης παραμένει
ασαφής.
Για το πλήρες κείμενο παρακαλώ
πατήστε
εδώ (
2.912kb)
|
|